Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.
Φθινοπωρινή μοναξιά
Τα φύλα κιτρινίσανε
και πέφτουν όλα χάμω
και τα κλαδιά μένουν γυμνά
όπως και οι καρδιά μου.
Στο παγκάκι μόνος κάθομαι
στο δρόμο το γνωστό μας
και η φθινοπωρινή η μοναξιά
πληγώνει και τους δυο μας.
Ο δροσερός άνεμος
τα φύλα στροβιλίζει
και η γκρίζα συννεφιά
το φως του ήλιου κρύβει.
Γρήγορα η ώρα πέρασε
και αρχίζει να θαμπώνει
και είναι σκληρή η μοναξιά
για αυτούς που ζούνε μόνοι.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
και πέφτουν όλα χάμω
και τα κλαδιά μένουν γυμνά
όπως και οι καρδιά μου.
Στο παγκάκι μόνος κάθομαι
στο δρόμο το γνωστό μας
και η φθινοπωρινή η μοναξιά
πληγώνει και τους δυο μας.
Ο δροσερός άνεμος
τα φύλα στροβιλίζει
και η γκρίζα συννεφιά
το φως του ήλιου κρύβει.
Γρήγορα η ώρα πέρασε
και αρχίζει να θαμπώνει
και είναι σκληρή η μοναξιά
για αυτούς που ζούνε μόνοι.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Νυχτώνει κι η μοναξιά στην ψυχή μου απλώνει.
Νυχτώνει και ο καημός στην καρδιά μου φουντώνει.
Πού 'ναι τα μάτια σου, που με κοιτάζανε.
Πού 'ναι τα χέρια σου, που μ' αγκαλιάζανε.
Χάθηκες, δεν είσαι πουθενά
και νυχτώνει, νυχτώνει ξανά, νυχτώνει.
Νυχτώνει κι η θύμησή σου πληγή που ματώνει.
Νυχτώνει και η ανάσα στα χείλη παγώνει.
Πού 'ναι τα μάτια σου, που με κοιτάζανε.
Πού 'ναι τα χέρια σου, που μ' αγκαλιάζανε.
Χάθηκες, δεν είσαι πουθενά
και νυχτώνει, νυχτώνει ξανά, νυχτώνει.
Νυχτώνει κι η θύμησή σου πληγή που ματώνει.
Νυχτώνει και η ανάσα στα χείλη παγώνει.
Επειδή είμαι άνθρωπος υψηλού πνευματικού επιπέδου, ορίστε μία γεύση ποίησης να γουστάρετε!!!
Κ.Π. Καβάφης
«Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη , για τα μάτια
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι’αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.»
Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Το άγγιγμα του χεριού σου καθώς περνάς
Τόσο ανάλαφρο , τόσο γρήγορο, που κανένας
άλλος δεν υποψιάζεται πόσο στοργικά με γαληνεύει,
αυτό το άγγιγμα με στηρίζει για να αντέξω και την πιο σκληρή ημέρα.
Ερωτόκριτος
Kάλλιά'χω εσέ με Θάνατον, παρ' άλλη με ζωή μου,
για σένα εγεννήθηκε στον Kόσμον το κορμί μου.
Oι ομορφιές σου έτοιας λογής το φως μου ετριγυρίσαν,
κ' έτοιας λογής οι Eρωτιές εκεί σ' εσγουραφίσαν,
κ' εις όποιον τόπον κι α' σταθώ, τα μάτια όπου γυρίσου',
πράμα άλλο δεν μπορώ να δω παρά τη στόρησή σου.
Kι ας είσαι εις τούτο θαρρετή, πως όντεν αποθαίνω,
χαιρετισμό να μου' πεμπες την ώρα κείνη, γιαίνω.
